Νομολογία - διοικητικά

(ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2009 - ΤΕΥΧΟΣ 53) Αριθμός απόφασης: 1558/2008 Τμήμα: ΣτΕ: Τμ. Β΄ Πρόεδρος: Φ. Στεργιόπουλος Εισηγητής: Κ. Λαζαράκη
οσφυγής από δικηγόρο καθ' υπέρβαση των τοπικών ορίων ασκήσεως του επαγγέλματός του, το δικόγραφο ασκείται παραδεκτώς όταν δικηγόρος που διατελεί στο αρμόδιο δικαστήριο είτε συνυπογράφει το δικόγραφο της προσφυγής είτε (συν)υπογράφει την πράξη καταθέσεως αυτού. Δεν αρκεί μόνη η μεταγενέστερη σύμπραξη δικηγόρου διατελούντος στο αρμόδιο δικαστήριο διά της παραστάσεως, ή συμπαραστάσεως μετά του υπογράψαντος το δικόγραφο δικηγόρου, ενώπιον αυτού. Οι διατάξεις του ΚωδΔικ περί τοπικών ορίων ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, ερμηνευόμενες συμφώνως προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προβλέπουν, ως ρύθμιση επαγγελματικής δεοντολογίας, σύμπραξη δικηγόρου διατελούντος σε ορισμένο δικαστήριο κατά την υπογραφή και κατάθεση δικογράφων απευθυνομένων σ' αυτό από δικηγόρο μη δικαιούμενο σε διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιόν του, δεν απαιτούν όμως αυτήν επί ποινή ακυρότητας του δικογράφου.
20 παρ. 1 Σ, 27, 30, 45 ν. 2717/1999, 44, 54 ν.δ. 3026/1954
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

[…]
7. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 Σ, 27, 30, 45 ν. 2717/1999, 44, 54 ν.δ. 3026/1954 συνάγεται ότι το δικόγραφο προσφυγής που απευθύνεται στα διοικητικά δικαστήρια και δεν εμπίπτει στις ρητώς προβλεπόμενες από το άρθρο 27 παρ. 2 του ΚΔΔ εξαιρέσεις, υπογράφεται υποχρεωτικώς από δικαστικό πληρεξούσιο, ήτοι δικηγόρο οριζόμενο συμφώνως προς τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ο Κώδικας αυτός (άρθρα 44 και 54 παρ. 2) απαγορεύει στους παρά πρωτοδίκαις δικηγόρους τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων της υπογραφής και της καταθέσεως δικογράφου προσφυγής απευθυνομένης προς διοικητικό δικαστήριο εκτός της έδρας του Συλλόγου, του οποίου είναι μέλη. Ο ίδιος Κώδικας (άρθρα 44 και 54 παρ. 3) απαγορεύει στους παρ' εφέταις δικηγόρους την άσκηση των αυτών διαδικαστικών πράξεων της υπογραφής και της καταθέσεως δικογράφου προσφυγής απευθυνομένης προς διοικητικό δικαστήριο εντός της περιφέρειας αλλ' εκτός της έδρας του εφετείου, στο οποίο αυτοί διατελούν. Στις ως άνω περιπτώσεις υπογραφής δικογράφου προσφυγής από δικηγόρο καθ' υπέρβαση των τοπικών ορίων ασκήσεως του επαγγέλματός του, το δικόγραφο ασκείται παραδεκτώς όταν δικηγόρος που διατελεί στο αρμόδιο δικαστήριο είτε συνυπογράφει το δικόγραφο της προσφυγής είτε (συν)υπογράφει την κατ' άρθ. 126 παρ. 3 του ΚΔΔ πράξη καταθέσεως αυτού (πρβλ. ΣΕ 1878/1981, 241/1984, 220/1991, 1350/2000, πρβλ. και ΑΠ 726/1981). Δεν αρκεί μόνη η μεταγενέστερη σύμπραξη δικηγόρου διατελούντος στο αρμόδιο δικαστήριο διά της παραστάσεως, ή συμπαραστάσεως μετά του υπογράψαντος το δικόγραφο δικηγόρου, ενώπιον αυτού (του δικαστηρίου). Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για σύμπραξη κατά τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξεως αλλά για εκ των υστέρων ανεπίτρεπτη άρση αρχήθεν ακυρότητας της πράξεως αυτής (πρβλ. ΣΕ 1878/1981, 241/1984, 5817/1995, πρβλ. επίσης ΑΠ 547/1996 κ.ά.). Κατά τη μειοψηφήσασα, ωστόσο, γνώμη της Συμβούλου Αικ. Συγγούνα, το ως άνω ελάττωμα των εντασσομένων στην προδικασία της προσφυγής υπογραφής και καταθέσεως του δικογράφου αυτής θεραπεύεται και με μόνη την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου παράσταση ή συμπαράσταση, μετά του υπογράψαντος το δικόγραφο δικηγόρου, δικηγόρου διατελούντος σ' αυτό (πρβλ. ΣΕ 6131/1995, 1350/2000).
8. Επειδή, περαιτέρω, ο διά των ως άνω διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων καθορισμός τοπικών ορίων κατά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος και η εντεύθεν προκύπτουσα ανάγκη συμπράξεως δικηγόρου διατελούντος στο αρμόδιο δικαστήριο σκοπούν όχι μόνον στη διασφάλιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των εντοπίων δικηγόρων έναντι των λοιπών συναδέλφων τους αλλά και στη διασφάλιση της δυνατότητας ευχερούς επικοινωνίας και συνεργασίας των τοπικών δικαστικών υπηρεσιών και του δικάζοντος δικαστηρίου με αυτούς και, συνεπώς, στη διευκόλυνση της εξελίξεως της δίκης […]. Πλην όμως, οι ρυθμίσεις αυτές (τοπικά όρια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και εντεύθεν προκύπτουσα ανάγκη συμπράξεως δικηγόρου διατελούντος στο αρμόδιο δικαστήριο) δεν θα ήταν συνταγματικώς θεμιτό να θεσπίζονται από τον νομοθέτη με μέτρα, τα οποία, εν όψει των συνεπειών τους για τους πολίτες (όπως π.χ. η απόρριψη της προσφυγής ως απαραδέκτου) θα κατέλυαν το δικαίωμά τους προς ελεύθερη επιλογή δικηγόρου ως επιμέρους έκφανση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις, ερμηνευόμενες συμφώνως προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προβλέπουν, ως ρύθμιση επαγγελματικής δεοντολογίας, σύμπραξη δικηγόρου διατελούντος σε ορισμένο δικαστήριο κατά






























την υπογραφή και κατάθεση δικογράφων απευθυνομένων σ' αυτό από δικηγόρο μη δικαιούμενο σε διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιόν του, δεν απαιτούν όμως αυτήν επί ποινή ακυρότητας του δικογράφου. Κατά τη μειοψηφήσασα, ωστόσο, άποψη των δικαστών Φ. Στεργιόπουλου και Σ. Βιτάλη, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων και εν όψει του σκοπού της εξασφαλίσεως της δυνατότητας ευχερούς επικοινωνίας και συνεργασίας των δικηγόρων των τοπικών δικαστικών υπηρεσιών και του δικάζοντος δικαστηρίου με τους δικηγόρους και, συνεπώς, της διευκολύνσεως της εξελίξεως της δίκης, είναι συνταγματικώς ανεκτό η έλλειψη συμπράξεως δικηγόρου διατελούντος στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διαδικαστικές πράξεις της υπογραφής και καταθέσεως δικογράφου απευθυνομένου σ' αυτό από δικηγόρο που δεν δικαιούται σε διενέργειά τους, να καθιστά το δικόγραφο άκυρο και την προσφυγή για το λόγο αυτό απαράδεκτη. […]
11. Επειδή, εν όψει των εκτεθέντων στην έβδομη σκέψη, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι «εφόσον ούτε κατά την κατάθεση της προσφυγής, που υπογράφεται από δικηγόρο Αθηνών, συνέπραξε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Σύρου (ή, πάντως, δικαιούμενος να δικηγορεί στο Πρωτοδικείο αυτό), ούτε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως παραστάθηκε ο δικηγόρος που την υπογράφει, σε σύμπραξη με τέτοιο δικηγόρο, ..., το δικόγραφο της προσφυγής πάσχει ακυρότητα» δεν αιτιολογείται νομίμως. Για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξετάσεως των λοιπών λόγων της αιτήσεως, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό της μέρος να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Κατά τη μειοψηφήσασα, ωστόσο, άποψη των δικαστών Φ. Στεργιόπουλου και Σ. Βιτάλη, η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου παρίσταται, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, νόμιμη, θα ήταν δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος της κρινομένης αιτήσεως, όπως αναπτύσσεται με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση, εντός της ταχθείσης προς τούτο από το Δικαστήριο προθεσμίας, υπόμνημα, ότι οι διατάξεις των άρθρων 44 και 54 παρ. 3 του ν.δ/τος 3026/1954, υποχρεώνοντας το διάδικο να προσλάβει και επιβαρυνθεί με την αμοιβή δικηγόρου, ώστε αυτός να συμπράξει με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο, επιβάλλουν δυσανάλογο περιορισμό στο συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα απρόσκοπτης προσβάσεως στα δικαστήρια (που κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), αντιθέτως μάλιστα προς τα ισχύοντα στις ποινικές υποθέσεις. Ο λόγος δε της κρινομένης αιτήσεως ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 54 του ν.δ/τος 3026/1954 δεν θεώρησε την εμφάνιση του Ν. Γ., δικηγόρου Σύρου, κατά τη δικάσιμο της 30.4.2001, οπότε η υπόθεση ανεβλήθη λόγω αποχής των δικηγόρων, ως σύμπραξη προς νομιμοποίηση του υπογράψαντος την προσφυγή δικηγόρου Αθηνών, ανεξαρτήτως του ότι συνδέεται με έρευνα πραγματικού, συγκεκριμένα της ιδιότητας του Ν. Γ. ως δικηγόρου Σύρου, ενώ δεν προβάλλεται ότι τέτοιος ισχυρισμός είχε προταθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ώστε να υποχρεωθούν να ερευνήσουν την υπόθεση και από την άποψη αυτή, θα ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον η εμφάνιση αυτού (και μάλιστα χωρίς παράσταση) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν συνιστά σύμπραξη κατά την εκτεθείσα στην έβδομη σκέψη έννοια των διατάξεων του νόμου.
(Παραπέμπει στην Ολομέλεια)
Ο λογαριασμός μου
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved