Ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης στην ποινική δίκη

Αδάμ Χ. Παπαδαμάκης,
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ


H ποινική δίκη, ως μηχανισμός πραγμάτωσης του ποινικού συστήματος στο πλαίσιο προκαθορισμένης αλληλουχίας πράξεων, οριοθετείται από μία σειρά δικονομικών τύπων, οι οποίοι εν δυνάμει καθορίζουν και την πρόοδό της. Πρόκειται για προστατευτικούς δικονομικούς τύπους με καθολική αξία και σημασία που χωρίς να καταργούν την ανάγκη επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας διασφαλίζουν μια δίκη ειλικρινή, σωστή και αξιόπιστη (fair trial). Ίσως βέβαια μια τέτοια «τυπικότητα» κάποτε χαλαρώνει την εξέλιξη του μηχανισμού της δίκης και αδρανοποιεί την πρόοδό της. Όχι λοιπόν, μόνο ορθή (ουσιαστική) αλλά χρειαζόμαστε και ταχεία απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.


Ειδικότερα το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ προ βλέπει ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί…εντός λογικής προθεσμίας υπό… Δικαστηρίου…, το οποίον θα αποφασίσει επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Στην ίδια κατεύθυνση κινείται το άρ. 14§3 γ’ του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) ενώ κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ αξιώνεται η τήρηση του ευλόγου χρόνου για τη διεκπεραίωση κατηγοριών ποινικής φύσεως, ο οποίος προκύπτει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επί τη βάσει των ατομικών χαρακτηριστικών της υπόθεσης. Περαιτέρω ως πάγια κριτήρια για τον προσδιορισμό του ευλόγου χρόνου της ποινικής διαδικασίας η νομολογία επικαλείται: α) την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β) τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας υπό την ευθύνη των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων γ) την σημασία και βαρύτητα της υπόθεσης και δ) τη συμπεριφορά και διαγωγή του προσφεύγοντος στα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας.


Όπως είναι γνωστό στο άρθρο 525§1 ΚΠΔ προστέθηκε με το άρ. 11 ν. 2865/2000 ως νέος λόγος επανάληψης της διαδικασίας η ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ επειδή παραβιάστηκε δικαίωμα που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε (άρ 525§1 αριθ. 5 ΚΠΔ). Η «υποδοχή» την οποία επεφύλαξε η εγχώρια νομολογία στη νέα αυτή διάταξη ήταν μάλλον αμήχανη αφού: προσέθεσε ανεπιτρέπτως και άλλες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αιτήσεως επανάληψης της διαδικασίας, παραγνώρισε τη βλαπτική σημασία της υπέρβασης της λογικής προθεσμίας, συμφιλιώθηκε με ουσιαστικές εκτιμήσεις που δεν είναι καθόλου απαραίτητες και, τέλος, ακύρωσε τον αποκαταστατικό σκοπό της νέας διάταξης [ΑΠ 1638/2002, ΠοινΧρον 2003.607, με αντιθ. ορθή εισ. προτ. Γρ. Κανιαδάκη, ΑΠ 717/2004, ΠοινΛογ 2004.826]. Εκείνο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι η νέα ρύθμιση για επανάληψη της διαδικασίας είναι συνυφασμένη με τη δίκαιη (επανα) διεξαγωγή της και μάλιστα το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα επαναληφθεί η διαδικασία οφείλει να λάβει τα μέτρα εκείνα που είναι πρόσφορα να αποκαταστήσουν τη βλάβη που υπέστη ο κατηγορούμενος (λ.χ. αν στερήθηκε του δικαιώματος να έχει συνήγορο, κατ’ άρ. 6§2 γ’ ΕΣΔΑ, να του δοθεί η δυνατότητα αυτή, αν στερήθηκε του δικαιώματος να λάβει γνώση της κατηγορίας σε γλώσσα που καταλαβαίνει, κατ’ άρθρο 6§2α’ ΕΣΔΑ, θα πρέπει να του διερμηνευθεί η κατηγορία στη γλώσσα αυτή). Είναι αλήθεια ότι στην περίπτωση της υπερβολικής διάρκειας της ποινικής διαδικασίας δεν χωρεί αποκατάσταση της παραβιάσεως με μόνη την εξυπαρχής διεξαγωγή της δίκης μέσα σε λογική προθεσμία! Εδώ μία και μόνη λύση ήταν απαρχής ορατή, συζητήσιμη και εν τέλει αποδεκτή στο δικαιϊκό μας σύστημα. Και αυτή δεν ήταν άλλη από την αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης (πέρα από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 ΠΚ), έτσι ώστε να τύχει μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Την κατεύθυνση (και) της μειωμένης ποινής φαίνεται να υιοθετεί ο ν. 4239/2014 «Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης κ.λπ.», ο οποίος, χωρίς να εκτοπίζει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον της ΕΔΔΑ, επιχειρεί με ένα μάλλον ατελή, πρόχειρο και ακατάστατο τρόπο, την ανάθεση της εκδίκασης των αιτήσεων δίκαιης ικανοποίησης, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας, σε εγχώρια δικαιοδοτικά όργανα. Η αφορμή για την επίσπευση και την ψήφιση του νόμου ήταν η πιλοτική απόφαση «Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδος» της 3-4-2012 (§72).


Με βάση τα αναφερθέντα προβάλλει ως επιτακτικό αίτημα η ανάγκη να συγχρονίσουν το βηματισμό τους Ποινική Δικονομία και «δίκαιη δίκη» όπως την ορίζει η ΕΣΔΑ. Το Ακυρωτικό μας εφαρμόζοντας την ΕΣΔΑ δεν ελέγχει μόνο τη δικαιότητα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας αλλά και ελέγχεται και το ίδιο αν αφομοίωσε τους όρους αυτής της δικαιότητας. Μ’ αυτά γίνεται στην πραγματικότητα φανερό, ότι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να διακρίνεται και για την άψογη δημόσια εικόνα της, ουσιώδη πτυχή της οποίας συνιστά η εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων σε εύλογο χρόνο ενώ αν φιλοδοξεί να φτάσει σε κάποιο αποτέλεσμα που να διεκδικεί βάσιμα ορθότητα και δικαιότητα, θα πρέπει να λειτουργεί νομιμοποιητικά-εγγυητικά για τον χρόνο εκφοράς της δικαιοδοτικής της κρίσης.

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved