Η νέα έννοια του «καταναλωτή» και ο ανακαθορισμός του υποκειμενικού πεδίου προστασίας

Γεώργιος Ι. Δέλλιος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Η νέα έννοια του «καταναλωτή» και ο ανακαθορισμός του υποκειμενικού πεδίου προστασίας
από καταχρηστικούς ΓΟΣ (Ν. 4512/2018)
Γεώργιος Ι. Δέλλιος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Με την παρ. 5 του άρθρου 100 του πρόσφατου Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ 5/Α΄/17.1.2018) «για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής» τροποποιήθηκε η νομοθετημένη ευρεία έννοια του καταναλωτή του άρθρου 1 παρ. 4α Ν. 2251/1994 και υιοθετήθηκε η στενή εκδοχή των ενωσιακών Οδηγιών, ως εξής: «1. Καταναλωτής (νοείται) κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα». Ταυτόχρονα, όμως, με την παρ. 2 του άρθρου 101 του ίδιου νομοθετήματος προστέθηκε διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για την προστασία από καταχρηστικούς ΓΟΣ του άρθρου 2 Ν. 2251/1994 «εφαρμόζονται σε κάθε σύμβαση, ανεξάρτητα από το αν ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή είναι καταναλωτής, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η σύμβαση περιλαμβάνει όρους οι οποίοι δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, β) ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή πληροί τα κριτήρια της πολύ μικρής επιχείρησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), και γ) ο αντισυμβαλλόμενος του προμηθευτή συμβάλλεται ως τελικός αποδέκτης των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών…». Συναφώς δε η ως άνω παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014, με θέμα «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα», ορίζει ότι «πολύ μικρές οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια: α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ, β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ, γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα». Παράλληλα, η παρ. 2 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου διευκρινίζει ότι ως «οντότητες» νοούνται, μετά από πολλές προϋποθέσεις που τίθενται και παραπομπές που γίνονται σε άλλα νομοθετήματα, κυρίως οι εμπορικές εταιρίες.


Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να θυμηθούμε ότι ο μέχρι πρόσφατα ισχύσας ορισμός του καταναλωτή στο Ν. 2251/1994 περιλάμβανε όλα τα νομικά πρόσωπα και έθετε ως προϋπόθεση μόνο την ιδιότητα του «τελικού αποδέκτη», ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ιδιώτης ή επαγγελματίας. Βέβαια, υπό το καθεστώς αυτό εμφανίζονταν και περιπτώσεις αξιολογικής αναντιστοιχίας όπου, με βάση το γράμμα του νόμου, ο πελάτης εντασσόταν μεν στην έννοια του τελικού αποδέκτη, χωρίς όμως στο πρόσωπό του να συντρέχουν πράγματι άξιες προστασίας καταστάσεις. Τούτο συνέβαινε ιδίως όταν ο πελάτης, συνήθως επαγγελματίας που προμηθευόταν το αγαθό για επαγγελματικές του ανάγκες, τύχαινε να διαθέτει μεγάλη εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή να έχει οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή τέτοια, ώστε να μπορεί πράγματι να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της σύμβασης με τον προμηθευτή του. Τέτοιες περιπτώσεις καλύπτονταν όμως επαρκώς με τη δικαστική παραδοχή της ένστασης που μπορεί να υποβάλει κατ’ ΑΚ 281 ο προμηθευτής για καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή από τον έμπειρο και καλά οργανωμένο αντίδικό του. Έτσι λ.χ. είχε κριθεί ότι «η επίκληση (της ιδιότητας του καταναλωτή εκ μέρους) ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, (διότι) οι ανωτέρω υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή ή επενδυτή και εμφανίζονται ως γνώστες του οικείου συναλλακτικού κύκλου» (βλ. ΕφΑθ 1309/2012, ΕλλΔνη 2012, 818· ΕφΑθ 1159/2012, ΔΕΕ 2012, 676· ΕφΘεσ 312/2012, ΕλλΔνη 2012, 1376· ΕφΛάρ 806/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 461).


Ιδιαίτερο ερμηνευτικό ζήτημα είχε ανακύψει για τη λήψη επαγγελματικού τραπεζικού δανείου. Μια άποψη υποστήριζε ότι η λήψη τραπεζικού δανείου από εμπορική επιχείρηση αποτελεί κατά κανόνα αγαθό βοηθητικό μεν αλλά άσχετο με το σύνηθες αντικείμενο δραστηριότητας της πιστούχου (λ.χ. εμπορία ηλεκτρονικών ειδών) και, ως εκ τούτου, η επιχείρηση αυτή είναι «τελικός αποδέκτης» των υπηρεσιών της Τράπεζας και πρέπει να προστατευθεί (ΑΠ 1001/2010 ΧρΙΔ 2011, 345, ΑΠ 15/2007 ΧρΙΔ 2007, 427, ΕφΘεσ 459/2011 ΕπισκΕΔ 2011, 539). Ωστόσο άλλη άποψη θεωρούσε ότι «στις τραπεζικές συναλλαγές οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 είναι εφαρμοστέες μόνο στον τομέα του retail banking (δηλαδή στα στεγαστικά και προσωπικά δάνεια και στις πιστωτικές κάρτες), που από τη φύση τους δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε εξυπηρέτηση επαγγελματικών αναγκών» (ΕφΑθ 1309/2012 ΕλλΔνη 2012, 818, ΜΠρΑΘ 3906/2008 ΧρηΔικ 2008, 249). Το ζήτημα λύθηκε τελικά με την ΟλΑΠ 13/2015 (ΧρΙΔ 2015, 675), η οποία έκανε δεκτό ότι «οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό αποδέκτη τους, … ακόμη και αν αυτός … χρησιμοποιεί αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών του αναγκών … Έτσι στην προστασία του ν. 2251/1994 υπάγονται όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες». Ομοίως η ίδια ΟλΑΠ επιβεβαίωσε και ότι, για την αποφυγή ακροτήτων, ενδείκνυται «η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική».


Τώρα όμως, με την προαναφερθείσα νέα ρύθμιση των άρθρων 100 παρ. 5 και 101 παρ. 2 του Ν. 4512/2018, τροποποιούνται σημαντικά οι αξιολογικές εκτιμήσεις της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας. Από τη μια πλευρά, με το άρθρο 100 παρ. 5 υιοθετείται πλέον ο στενός ορισμός του καταναλωτή που προβλέπουν οι συναφείς κοινοτικές Οδηγίες, χωρίς όμως αυτό να ήταν οπωσδήποτε επιβεβλημένο. Και τούτο διότι οι Οδηγίες αυτές, ως νομοθετήματα «ελάχιστης εναρμόνισης», δεν απαγορεύουν τη διεύρυνση του προστατευτικού πεδίου από τις εθνικές νομοθεσίες, κάτι που είχε ρητά επισημανθεί και από την ΟλΑΠ 13/2015. Από την άλλη πλευρά, με το άρθρο 101 παρ. 2 ο Έλληνας νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορεί να αφήσει εντελώς εκτός προστασίας από καταχρηστικούς ΓΟΣ τους επαγγελματίες, διευρύνει και πάλι το προστατευτικό πεδίο, θεσπίζοντας μια γενική διάταξη για καταναλωτές ή μη, ιδιώτες ή επαγγελματίες, η θέση της οποίας για το λόγο αυτό ανήκει κανονικά στον Αστικό Κώδικα, αφού αφορά τους πάντες.


Από το συνδυασμό των δύο νέων διατάξεων, αυτής του άρθρου 100 παρ. 5 και αυτής του άρθρου 102 παρ. 2, προκύπτουν δύο διαπιστώσεις: Πρώτον, ότι ο νομοθέτης δεν θέλει πλέον να εναποθέσει στην κατ’ ΑΚ 281 διορθωτική επέμβαση του δικαστή την αποφυγή καταχρηστικής επίκλησης του ευρέος ορισμού του καταναλωτή από μεγάλες επιχειρήσεις και, γι’ αυτό, στενεύει τον ίδιο τον ορισμό του καταναλωτή. Δεύτερον, ότι για να επεκτείνει την παροχή προστασίας και στους –μη καταναλωτές πλέον– επαγγελματίες ξαναβάζει ως κριτήριο την έννοια του «τελικού αποδέκτη», αυτή τη φορά όμως όχι μόνη της αλλά συνοδευόμενη και από ένα κριτήριο μεγέθους, το
οποίο συνδέει με μια από τις πλέον αμφισβητούμενες στο εμπορικό δίκαιο έννοιες, αυτήν της «πολύ μικρής επιχείρησης» ή «πολύ μικρής οντότητας».


Στο σημείο αυτό ακριβώς θα πρέπει να διατυπωθεί ίσως η επιφύλαξη, ότι ένα τέτοιο κριτήριο, προσδιοριζόμενο με αριθμητικά δεδομένα που τροποποιούνται συχνά στη βάση φορολογικών σκοπιμοτήτων, δεν προσφέρεται για μια αξιολογικά συνεπή σύλληψη των άξιων προστασίας καταστάσεων που ενδέχεται να συνοδεύουν κάθε φορά τον κοινωνικοτυπικά ασθενέστερο αντισυμβαλλόμενο του προμηθευτή, κάτι που –μάλλον σοφά– ο προηγούμενος νομοθέτης είχε εμπιστευθεί στην εκτιμητική στάθμιση του δικαστή ως προς την παραδοχή ή μη της κατ’ ΑΚ 281 προβαλλόμενης ένστασης του προμηθευτή.

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved