Η αρχή της αναλογικότητας (25 § 1 δ Συντ.) στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου.

Ευαγγελία Ποδηματά
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Από την ΟλΑΠ 6/2009 στην ΟλΑΠ 9/2015:
Μία πολυκύμαντη και επισφαλής πορεία



Ι. Μετά την ρητή θέσπιση της αρχής της αναλογικότητας με το άρθρ. 25 § 1 εδ. δ Συντ. την νομολογία του ΑΠ απασχόλησε εντόνως, προσλαμβάνοντας μάλιστα αδόκητες διαστάσεις, το ζήτημα, αν ο προσδιορισμός του ευλόγου ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ’ ΑΚ 932 ελέγχεται αναιρετικά ως προς την απευθείας παραβίαση του άρθρ. 25 § 1 δ Συντ., ώστε να θεμελιώνεται σχετικός αυτοτελής λόγος αναίρεσης (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), ανεξάρτητος προς τον έλεγχο για την παραβίαση του άρθρ. ΑΚ 932 καθ’ εαυτό. Με την υπ’ αριθ. 6/2009 απόφασή της η ΟλΑΠ τάχθηκε κατά πλειοψηφία υπέρ της μη ευθείας εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, αποφαινόμενη ότι με την διάταξη του άρθρ. ΑΚ 932 «ο νομοθέτης έλαβε υπ’ όψη του την αρχή της αναλογικότητας εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως», ώστε «να μη υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ του Συντ., η δε ευθεία επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής αποτελέσματα». Αντιθέτως, κατά την μειοψηφία τεσσάρων μελών, «η έννοια της αναγκαιότητας και συνεπώς της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη από την έννοια του ευλόγου» και συνεπώς κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του [κατ’ ΑΚ 932] το δικαστήριο περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας και εφόσον δεν τηρήσει την αρχή αυτή παραβιάζει την διάταξη του άρθρ. 25 παρ. 1 Συντ.», ώστε να ιδρύονται αυτοτελώς οι κατ’ άρθρ. ΚΠολΔ 559 αριθ. 1, 19 αναιρετικοί λόγοι. Με την αιτιολογία της πλειοψηφίας συντάχθηκε και η σταθερά ομόφωνη έως σήμερα νομολογία του ΣτΕ καθώς και οι ασυγκρίτως περισσότερες αποφάσεις τμημάτων του ΑΠ έως και το έτος 2015. Αλλά καθώς σε ορισμένες αποφάσεις εξακολούθησε να διατυπώνεται η παραπάνω μειοψηφίσασα γνώμη, το ζήτημα οδηγήθηκε και πάλι στην ΟλΑΠ, εκδόθηκε δε η υπ’ αριθ. 9/2015 απόφαση.


ΙΙ. Η απόφαση αυτή χαρακτηρίζεται από μία –ασυνήθη για τα νομολογιακά δεδομένα– πολυδιάσπαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε περισσότερες ερμηνευτικές απόψεις και παραλλαγές απόψεων επί των παραπεμφθέντων ερωτημάτων. Αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία: α) ότι η κρίση για το «εύλογο» της χρηματικής ικανοποίησης «σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη κατά τούτο εφαρμογή νόμου (ΑΚ 932)»· (αντιθέτως, η μειοψηφία εννέα μελών είχε την γνώμη ότι πρόκειται για «αόριστη νομική έννοια ελεγχόμενη για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διατάξεως [ΑΚ 932], κατά την εξειδίκευση της οποίας … υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με έμμεση εφαρμογή και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρ. 25 παρ. 1 Συντ.»). β) ότι όμως ελέγχεται αναιρετικά (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1, 19) η εν λόγω κρίση ως προς την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αλλά και ως προς την υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ο δε τελευταίος έλεγχος δεν συμπίπτει με τον έλεγχο αναλογικότητας (ενώ αντίθετά η μειοψ. 13 μελών είχε την γνώμη ότι ο εν λόγω έλεγχος συνιστά μερικότερη περίπτωση παραβίασης της αναλογικότητας). Ως προς τις εν λόγω θέσεις της πλειοψηφίας υπήρξαν και μικρότερες μειοψηφίες, 11 συνολικώς μελών.



ΙΙΙ. Η πλειοψηφία της ΟλΑΠ 9/2015, αρνούμενη την δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της ερμηνευτικής εξειδίκευσης του άρθρ. ΑΚ 932 και δεχόμενη, αντ’ αυτού, τον απευθείας αναιρετικό έλεγχο για την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (25 § 1 δ Συντ.) κατά την επιμέτρηση του ευλόγου ποσού, υποβαθμίζει ή και υποσκελίζει πλήρως τα εξειδικευμένα τελολογικά κριτήρια, που έχουν διαμορφωθεί μέσω της μακράς νομολογιακής και θεωρητικής επεξεργασίας του άρθρ. ΑΚ 932 (και είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης). Αντί των ειδικών κριτηρίων αυτών, ανάγεται στα ασυγκρίτως υψηλότερου βαθμού αφαίρεσης κριτήρια της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας· μάλιστα για την διαπίστωση των τελευταίων επικαλείται την «κοινή πείρα», την «κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο» και την «συνήθη πρακτική των δικαστηρίων» (έτσι ήδη και οι: ΑΠ 1406/2015, 76/2016, 302/2016), δηλαδή στοιχεία με περιεχόμενο ασυγκρίτως περισσότερο ρευστό (ή και νεφελώδες) σε σχέση με εκείνα του άρθρ. ΑΚ 932. Αυτή η απευθείας αναγωγή στην συνταγματική διάταξη του άρθρ. 25 § 1 δ Συντ., καθ’ υπέρβαση των εξειδικευμένων τελολογικών κριτηρίων της κοινής νομοθεσίας (ΑΚ 932), είναι μεθοδολογικά και δογματικά εσφαλμένη, μάλιστα ακόμη και υπό την εκδοχή της λεγόμενης «άμεσης» τριτενέργειας των συνταγματικών εγγυήσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων: εφ’ όσον ο κοινός νομοθέτης κατέστρωσε, μέσα στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας (αφού, βεβαίως, η συνταγματικότητα του άρθρ. ΑΚ 932 δεν αμφισβητείται!), την τελολογική εξειδικευτική κλίμακα, θέτοντας το δογματικά εκλεπτυσμένο πλέγμα ρυθμίσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, περιλαμβανομένης της ευθύνης λόγω ηθικής βλάβης, ο δικαστής οφείλει να σεβασθεί την νομοθετική αυτή εξειδίκευση (και την αντίστοιχη νομολογιακή και θεωρητική καλλιέργειά της), μη δυνάμενος να αναχθεί απ’ ευθείας στο Σύνταγμα για την αναζήτηση κριτηρίων επιμέτρησης της χρηματικής ικανοποίησης. Εξ άλλου, εν όψει της τελολογικής κλιμακωτής δομής της έννομης τάξης, δεν είναι μεθοδολογικώς νοητή η εννοιολογική απόκλιση ανάμεσα στα κριτήρια της αναλογικότητας και στα κατ’ ΑΚ 932 αντικειμενικά ερμηνευτικά κριτήρια του «ευλόγου». Διότι η έννοια αυτή, νοηματοδοτούμενη από την τελολογική υπαγωγή του άρθρ. ΑΚ 932 στην όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών, εξ ορισμού περικλείει, εξειδικεύοντας στο ειδικότερο πεδίο της, όλα τα αξιολογικά στοιχεία των υπερκειμένων σκοπών –και εκείνα των συνταγματικών διατάξεων. Ώστε να μη μπορεί να ευσταθήσει η θέση της πλειοψηφίας ότι «η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ευλόγου» (έτσι ήδη και οι ΑΠ 1406/2015, 76/2016). Είναι δε, αντιθέτως, ορθή η αιτιολογία της πλειοψηφίας της προηγούμενης ΟλΑΠ 6/2009, ότι η ευθεία επίκληση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης «στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με τον κατ’ εφαρμογή του άρθρ. ΑΚ 932 προσδιορισμό αυτής».



Υπό τα δεδομένα αυτά, η παραβίαση του άρθρ. 25 § 1 δ Συντ. δεν μπορεί να νοηθεί ως λόγος αναιρέσεως αυτοτελής και ανεξάρτητος έναντι της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρ. ΑΚ 932. Αναιρετικώς ελέγξιμη είναι η ορθότητα της ερμηνείας του ίδιου του άρθρ. ΑΚ 932, κατά την τελολογική εξειδίκευση του οποίου περικλείεται (εξειδικεύεται) η εφαρμογή και των κριτηρίων της αναλογικότητας.



Το κατ’ αποτέλεσμα θετικό στοιχείο της ΟλΑΠ 9/2015 έγκειται στην παραδοχή της δυνατότητας αναιρετικού ελέγχου της (έκδηλης έστω) δυσαναλογίας του επιδικαζομένου ποσού χρηματικής ικανοποίησης (κατ’ απόκλιση από τις προγενέστερες ΟλΑΠ 13/2002 και 19/2011). Το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα ευπρόσδεκτο, από την άποψη αυτή. Αντί όμως της δογματικά προσήκουσας οδού του (πλήρους) αναιρετικού ελέγχου ορθότητας της ερμηνευτικής εξειδίκευσης του άρθρ. ΑΚ 932, βάσει των ειδικών τελολογικών κριτηρίων προσδιορισμού του «ευλόγου» ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, προκρίθηκε (πέραν του ατυχούς χαρακτηρισμού της κατ’ ΑΚ 932 κρίσης ως διακριτικής ευχέρειας) η δογματικά αδόκιμη αλλά και κυρίως επισφαλής οδός της απ’ ευθείας αναγωγής στο Σύνταγμα.


Ο πραγματικός προβληματισμός ή και κίνδυνος, τον οποίο διεγείρει η απόφαση αυτή ξεπερνά τα όρια της κριθείσας υπόθεσης. Έγκειται κυρίως στην πληθωρική αλλά και ευεπίφορη σε παρερμηνείες ευρύτητα ορισμένων διατυπώσεων που απαντούν στις αιτιολογίες της πλειοψηφίας, όπως: ότι «η αναλογικότητα είναι αρχή διάχυτη στην έννομη τάξη που υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της»· ότι «αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή) που προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου»· ότι κάθε «έννομη συνέπεια που προβλέπεται από κανόνα δικαίου ή απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό της, δηλαδή να μη υπερβαίνει το όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων».


Τέτοιες διατυπώσεις (επαναλαμβανόμενες ήδη πχ. και στις ΑΠ 1406/2015· 76/2016) τείνουν να θάλπουν την (πεπλανημένη) εντύπωση ότι ο δικαστής μπορεί, υποκαθιστάμενος στην θέση του κοινού νομοθέτη, να υπερσκελίζει, κατά περίπτωση, το εξειδικευμένο και δογματικά εκλεπτυσμένο, μέσω μακράς νομολογιακής και θεωρητικής επεξεργασίας, πλέγμα των (σύμφωνων με το Σύνταγμα) ρυθμίσεων του κοινού νόμου και να ανάγεται απευθείας σε συνταγματικές αρχές για την εύρεση του δέοντος γενέσθαι στην ατομική περίπτωση. Η προοπτική αυτή θα είχε ανυπολόγιστες επιπτώσεις σε βάρος όχι μόνο της ασφάλειας του δικαίου αλλά και αυτής της νομιμότητας. Η τροπή την οποία σηματοδοτεί η προκείμενη απόφαση αποτελεί μια σαφή όσο και ανησυχητική ένδειξη ότι η διάταξη του άρθρ. 25 § 1 δ οδηγείται ήδη σε εμφανή υπέρβαση των ορίων ισχύος της. Η όλη έως σήμερα πολυκύμαντη και ασταθής νομολογιακή πορεία δεν επιβεβαίωσε –τουλάχιστον από την σκοπιά του ιδιωτικού δικαίου– την προσδοκία μερίδας της θεωρίας ότι η διάταξη θα ενίσχυε την «ασφάλεια του δικαίου» και την «ενότητα της νομολογίας».

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved